αποθηλύνω


αποθηλύνω
ἀποθηλύνω (Α)
1. εκθηλύνω κάποιον, τον καθιστώ θηλυπρεπή
2. εξασθενίζω, μετριάζω
3. παράγω φυτά με θηλυκά άνθη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποθηλυνθέντες — ἀποθηλύνω make effeminate aor part pass masc nom/voc pl ἀποθηλύνω make effeminate aor part pass masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθηλύνει — ἀποθηλύ̱νει , ἀποθηλύνω make effeminate aor subj act 3rd sg (epic) ἀποθηλύ̱νει , ἀποθηλύνω make effeminate pres ind mp 2nd sg ἀποθηλύ̱νει , ἀποθηλύνω make effeminate pres ind act 3rd sg ἀποθηλύ̱νει , ἀποθηλύνω make effeminate aor subj act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθηλύνουσιν — ἀποθηλύ̱νουσιν , ἀποθηλύνω make effeminate aor subj act 3rd pl (epic) ἀποθηλύ̱νουσιν , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποθηλύ̱νουσιν , ἀποθηλύνω make effeminate pres ind act 3rd pl (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθηλύνεται — ἀποθηλύ̱νεται , ἀποθηλύνω make effeminate aor subj mid 3rd sg (epic) ἀποθηλύ̱νεται , ἀποθηλύνω make effeminate pres ind mp 3rd sg ἀποθηλύ̱νεται , ἀποθηλύνω make effeminate aor subj mid 3rd sg (epic) ἀποθηλύ̱νεται , ἀποθηλύνω make effeminate pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθηλύνοντα — ἀποθηλύ̱νοντα , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act neut nom/voc/acc pl ἀποθηλύ̱νοντα , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act masc acc sg ἀποθηλύ̱νοντα , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act neut nom/voc/acc pl ἀποθηλύ̱νοντα , ἀποθηλύνω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθηλύνεσθαι — ἀποθηλύ̱νεσθαι , ἀποθηλύνω make effeminate pres inf mp ἀποθηλύ̱νεσθαι , ἀποθηλύνω make effeminate pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθηλύνουσαν — ἀποθηλύ̱νουσαν , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) ἀποθηλύ̱νουσαν , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποθηλύνων — ἀποθηλύ̱νων , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act masc nom sg ἀποθηλύ̱νων , ἀποθηλύνω make effeminate pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεθήλυναν — ἀπεθήλῡναν , ἀποθηλύνω make effeminate aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.